χαλάζι

χαλάζι
τό
1) град;

πέφτει ( — или ρίχνει) χαλάζι — идёт град;

§ στήν αναβροχιά καλόναι και το χαλάζι — погов, на безрыбье и рак рыба


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "χαλάζι" в других словарях:

  • χαλάζι — Ατμοσφαιρικό κατακρήμνισμα που αποτελείται από κόκκους πάγου, συνήθως σφαιροειδείς, με διάμετρο που ποικίλλει από μερικά χιλιοστά έως μερικά εκατοστά του μέτρου. Παρατηρείται συνήθως κατά τη διάρκεια καταιγίδων και καμιά φορά συνοδεύεται από… …   Dictionary of Greek

  • χαλάζι — το βλ. χάλαζα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χάλαζα — η, ΝΜΑ το χαλάζι νεοελλ. 1. βοτ. η περιοχή τής βάσης τής σπερματικής βλάστης, όπου ο ιμάντας συνδέεται με τους χιτώνες, και η οποία ταυτίζεται, κατά κανόνα, με την επιφάνεια σύμφυσης τού σπερματικού πυρήνα με τους χιτώνες τής σπερματικής βλάστης… …   Dictionary of Greek

  • καταιγίδα — Τοπική ανώμαλη και ισχυρή ατμοσφαιρική διατάραξη, που χαρακτηρίζεται από ραγδαίες βροχές (πολλές φορές και από χαλάζι), ισχυρούς ανέμους, ισχυρές ηλεκτρικές εκκενώσεις (αστραπές με βροντές) και βαριά νέφωση. Η κ. δημιουργείται εξαιτίας της… …   Dictionary of Greek

  • καταχαλαζώ — καταχαλαζῶ, άω (Α) 1. καλύπτω με χαλάζι 2. ρίχνω κάτι σαν χαλάζι εναντίον κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + χαλαζῶ «ρίχνω χαλάζι»] …   Dictionary of Greek

  • χαλαζώδης — ῶδες, Α [χάλαζα] 1. όμοιος με χαλάζι (α. «χαλαζώδης πάγος», Πλούτ. β. «χαλαζώδη σπέρματα», Αριστοτ.) 2. αυτός που συνοδεύεται από χαλάζι, που φέρνει χαλάζι («χαλαζώδης ἄνεμος», Αριστοτ.) 3. γεμάτος ρόζους, κόμπους 4. (για χοίρο) αυτός που έχει… …   Dictionary of Greek

  • νέφος — I (Αστρον.). Σμήνος λεπτότατων υδροσταγονιδίων ή παγοκρυστάλλων, που σχηματίζονται στην τροπόσφαιρα, σε ύψη μεταξύ 500 και 12.000 μ. Τα ν. σχηματίζονται λόγω συμπύκνωσης (υδροσταγονίδια) ή στερεοποίησης (παγοκρύσταλλοι) της ατμοσφαιρικής υγρασίας …   Dictionary of Greek

  • πιάνω — ΝΜ 1. παίρνω κάτι με το χέρι και τό κρατώ, κρατώ, κατέχω, βαστώ (α. «να γιατρευτεί το χέρι μου, να πιάσω το σπαθί μου», δημ. τραγούδι β. «ὅταν τὴν πέρδικα ἰδεῑ, σκύπτει καὶ τὴν πιάνει», Διγ. Ακρ.) 2. μτφ. (για ασθένειες, ψυχικές καταστάσεις)… …   Dictionary of Greek

  • χαλαζασφάλεια — η, Ν ασφάλεια τής γεωργικής παραγωγής για ενδεχόμενη ζημιά από χαλάζι. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλάζι + ασφάλεια (πρβλ. πυρ ασφάλεια)] …   Dictionary of Greek

  • χαλαζούμαι — όομαι, Α [χάλαζα] προσβάλλομαι από χαλάζι, χτυπιέμαι από χαλάζι …   Dictionary of Greek

  • χαλαζώνω — χαλαζῶ, άω, ΝΑ [χάλαζα] ρίχνω χαλάζι («βρέχει και χαλαζώνει», δημ. τραγούδι) αρχ. 1. πέφτω πυκνός σαν χαλάζι 2. υποφέρω από χάλαζα («χαλαζῶσαι ὕες», Αριστοτ.) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»